βομβαύλιος

βομβαύλιος, , ([etym.] βομβέω, αὐλός) comic compd. for ἀσκαύλης,
A bagpiper, with play on βομβυλιός, Ar.Ach.866.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βομβαύλιος — βομβαύλιος, ο (Α) αυτός που κάνει βόμβο με τον αυλό, που ο ήχος του αυλού του είναι σαν του μπούρμπουλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < βόμβος + αύλιος < αυλός] …   Dictionary of Greek

  • βομβαύλιος — bagpiper masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βομβαύλιοι — βομβαύλιος bagpiper masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.